Ομιλία στην ΑΡΑΝ

Θα μιλήσω για δύο εξεγέρσεις γιατί αυτές περιγράφουν, αν και διαφορετικές  σε ορισμένες πλευρές τους, τη διαπλοκή των πιο οξυμένων και ακραίων κοινωνικών αντιθέσεων με τον αστικό χώρο.

Αναφέρομαι στην εξέγερση του Λος Άντζελες του 1992 και την εξέγερση των Παρισινών Προαστίων το 2005.

«Καλωσήλθατε στο μεταφιλελεύθερο Los Angeles, όπου η υπεράσπιση των λάιφ στάιλ πολυτελείας μεταφράζεται σε μια διάχυση νέων μορφών καταστολής στο χώρο και την κίνηση που κυριαρχούνται από την απανταχού παρούσα “ένοπλη απάντηση”» λέει ο Mike Davis.

Πράγματι ! Μετά την εξέγερση στο Watts το 1965, η κεντρική περιοχή της πόλης (Downtown), έχει παγώσει. Οι χρηματοοικονομικοί κολοσσοί και οι μεγάλες επιχειρήσεις της περιοχής, στα πλαίσια μιας ύστατης προσπάθειας να “διαφυλάξουν” τις παραγωγικές τους δραστηριότητες, οργανώνουν μία επιτροπή, την “Επιτροπή των 25”. Αναζητούν λύσεις και άμεσα μέτρα, ούτως ώστε να προλάβουν οποιαδήποτε ανάφλεξη των γεγονότων που θα κατέλυε για άλλη μία φορά την εύρυθμη οικονομική τους λειτουργία. Λύση σε αυτό το λειτουργικό αδιέξοδο έρχεται να δώσει η αστυνομία του Los Angeles (LAPD). Προειδοποιεί για ένα επερχόμενο κύμα εξεγέρσεων, μια επικείμενη “μαύρη πλημμύρα”, που αλλάζει ριζικά τα σχέδια και τις προθέσεις των επιχειρήσεων για μία ανασυγκρότηση του παλιού επιχειρηματικού κέντρου της πόλης. Η απάντηση είναι μία και μάλιστα προωθείται άμεσα.

Με τη στήριξη της αστυνομίας και υπό τη δαμόκλειο σπάθη των επικείμενων νέων αναταραχών, οι εταιρίες διεκδικούν την μετακίνηση των εγκαταστάσεων τους. Και το επιτυγχάνουν με τους ευνοϊκότερους, γι’ αυτές, όρους. To Downtown φαντάζει πλέον αδύναμο να προστατεύσει και να υποστηρίξει την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική ευρωστία και την κοινωνική συνύπαρξη. Με αυτό το επιχείρημα καταφέρνουν να πείσουν τη Δημαρχία του Los Angeles, να επιδοτήσει τη μεταστέγαση τους, σε έναν καινούριο χρηματοοικονομικό τομέα μόλις λίγα τετράγωνα απόσταση προς τα δυτικά, στην κορυφή του Bunker Hill.

Η μετακίνηση έγινε. Η στρατηγική που πρότειναν οι επιχειρήσεις χαιρετίστηκε ως “αναγέννηση” του Downtown, και μάλιστα συνοδεύτηκε από μία σειρά επεμβάσεων στο επίπεδο της πόλης. Επεμβάσεις που κρίθηκαν ως αναμενόμενες, επιβεβλημένες ή το λιγότερο, απόλυτα δικαιολογημένες. Ο φόβος των γεγονότων που προηγήθηκαν ήταν  κακός  σύμβουλος  ακόμα  και  για  τους  πιο   ρομαντικούς   θιασώτες  των δικαιωμάτων των πολιτών και του λειτουργικού αστικού περιβάλλοντος. Ο νέος οικονομικός και εμπορικός πυρήνας της πόλης, οχυρώθηκε πίσω από μεγάλες ανατιμήσεις στις αξίες της γης και από «έναν προμαχώνα από βαθμιδωτές περιφράξεις, τσιμεντοκολώνες και τείχη από αυτοκινητόδρομους». Οι παραδοσιακοί δεσμοί με την υπόλοιπη πόλη κόβονται. Οι πεζοδιαβάσεις που ένωναν έως τότε το Bunker Hill και το προγενέστερο οικονομικό κέντρο ξηλώνονται και η κυκλοφορία μεταφέρεται κάποια επίπεδα ψηλότερα, με τη δημιουργία εναέριων διαβάσεων αποκομμένων από το επίπεδο της πόλης. Οι αβίαστες, καθημερινές μετακινήσεις στην πόλη διανθίζονται με την εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας και παρακολούθησης. Η είσοδος και η έξοδος πλέον, στις εναέριες αυτές διαβάσεις, γίνεται υπό το άγρυπνο και ακούραστο βλέμμα μίας ιδιωτικής κάμερας. Η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου του Los Angeles – που αργότερα έμελλε να αποτελέσει παράδειγμα επιστημονικής μελέτης μοναδικού κοινωνιολογικού, αρχιτεκτονικού και μορφολογικού ενδιαφέροντος – έχει μόλις αρχίσει να γεννιέται.

Και όλα αυτά ήταν μόνο η αρχή. Τα χρόνια που ακολούθησαν το Los Angeles άρχισε να μεταμορφώνεται σε ένα φουτουριστικό, χολιγουντιανό, αντίγραφο πόλης,  με τον πολεοδομικό σχεδιασμό,  την αρχιτεκτονική και τον μηχανισμό της αστυνομίας, να λειτουργούν σαν μία ενιαία και μοναδική επιχείρηση ασφαλείας. Η καθολική και αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της σταυροφορίας να εδραιωθεί ασφάλεια στην πόλη είναι η κατάλυση με όλα τα μέσα του προσβάσιμου δημόσιου χώρου. Οι προσπελάσεις δυσχεραίνονται, τα πάρκα κλείνουν, οι συγκεντρώσεις νέων απαγορεύονται, οι παραλίες χωρίζονται σε ζώνες, ολόκληρες περιοχές ερημώνουν στο όνομα της μη οικονομικής συμβολής τους στην επιχειρηματική ανάπτυξη της πόλης και ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζεται ως κάτι που αναγκαστικά διασχίζει κανείς. Η ίδια η πόλη, που κατοικείται από αρκετά εκατομμύρια μετανάστες, κάνει τα πάντα για να τους εκτοπίσει.

Αυτό το νέο, υπό διαμόρφωση, τοπίο συμβάλει ακόμα περισσότερο στην ιδιωτικοποίηση της αρχιτεκτονικής δημόσιας επικράτειας. Κανείς δεν επενδύει πλέον σε δημόσιο χώρο, από τη στιγμή που αυτός δεν κρίνεται ζωτικός για την ευημερία του επιχειρηματικού τους συστήματος. Ο χώρος της πόλης ως ζωντανός θύλακας κοινωνικότητας, παύει να είναι βοηθητικός στη διαιώνιση του συστήματος. Η συνταγή είναι απλή: χρηματοοικονομικοί κολοσσοί, τράπεζες, και οι λοιπές, παντός τύπου επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, δεν χρειάζονται τον παραδοσιακό αστικό ιστό για να λειτουργήσουν, αλλά επεμβάσεις κλίμακας που υπερβαίνουν κατά πολύ αυτή του ανθρώπινου μέτρου. Πελάτες, εμπορεύματα και υπηρεσίες, υφίστανται ανεξαρτήτως χώρου και τις περισσότερες φορές ανεξαρτήτως ανθρώπινης φυσικής παρουσίας.

Ο ταξικός πόλεμος (είτε ως καινούριος, είτε ως συνέχεια του φυλετικού πολέμου της δεκαετίας του ’60), διεξάγεται πλέον και στο επίπεδο του δομημένου περιβάλλοντος. Οι κοινωνικές αντιφάσεις και οι συγκρούσεις στην πόλη, που άλλοτε ήταν ορατές στο δημόσιο χώρο της, τώρα εκτοπίζονται. Έξω από τον οχυρωμένος πυρήνα του Downtown, και στην περίμετρο αυτού, αναπτύσσονται οικιστικές περιοχές φτηνού οικοδομικού αποθέματος και επιτελούν τις κλασικές λειτουργίες που προβλέπονται στη μεταβατική ζώνη του ανεπτυγμένου κέντρου: προσφέρουν αστικές πύλες εισόδου για τους φτωχότερους μετανάστες που μόλις έφτασαν στην πόλη (Μεξικό, Γουατεμάλα, Σαν Σαλβαδόρ) και εργάζονται συνήθως στα ξενοδοχεία και τις βιοτεχνίες ενδυμάτων του Downtown. Κατά διαστήματα, ο Δήμος του Los Angeles εφαρμόζοντας έναν ιδιόμορφο αστικό ψυχρό πόλεμου, υιοθέτησε πρακτικές προωθώντας την “περίκλειση” των μεταναστών και των αστέγων σε περιοχές πλήρως ελεγχόμενες (Skid Row), μεταμορφώνοντας την περιοχή σε ένα υπαίθριο φτωχοκομείο, προκαλώντας ένα μαζικό χωρικό απαρτχάιντ.

Σε μία πόλη με το μεγαλύτερο οικιστικό έλλειμμα σε ολόκληρη τη χώρα, οι κάτοικοι των συγκροτημάτων εργατικής κατοικίας βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με καταστάσεις που καταπατούν όχι μόνο κάθε θεσμική νομιμότητα, αλλά ακόμα και το στοιχειώδες δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Με το φόβο της έξωσης, διστάζουν να αξιώσουν οποιαδήποτε συνταγματική προστασία από την παράνομη έρευνα και την κατάσχεση.

Εκτός από την πλήρη στρατιωτικοποίηση ενός ήδη κοινωνικά εχθρικού περιβάλλοντος, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός έρχεται τις περισσότερες φορές να υπηρετήσει και να αναπαράγει τις λογικές αυτές, επιλέγοντας μια σειρά από πρακτικές που επιτείνουν τον διαχωρισμό και συμπλέουν με τις κυρίαρχες κοινωνικές πολιτικές. Σε αυτή την κατεύθυνση, παίρνονται σχεδιαστικές αποφάσεις που προστατεύουν τις μετακινήσεις των κοινωνικά ισχυρότερων και τις καθιστούν ασφαλείς και αποστειρωμένες από τον μολυσμένο δημόσιο χώρο της πόλης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μετακινήσεων από και προς τα κτίρια Ronald Reagan και Los Angeles Times. Όπως αναφέρει ο Davis οι εξυπηρετήσεις των γραφείων γίνονται μέσω ενός υπόγειου δικτύου, που περιλαμβάνει εκτός από χώρο στάθμευσης, «υπέροχα διαμορφωμένους χλοοτάπητες και “αλσύλλια”, και σε μία περίπτωση, ένα κατάστημα τροφίμων και μια ιστορική έκθεση. […] Επίσης πρόσθεσε και μία τεράστια δόση απειλής – από ένοπλους φρουρούς, ασφαλισμένες πύλες και κάμερες ασφαλείας – για να εκφοβίσει και να κρατήσει σε απόσταση αστέγους και φτωχούς».

Οι πρακτικές της αρχιτεκτονικής διευθέτησης του χώρου εκτός από τις μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις απαντώνται και σε μια σειρά από ευρηματικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, που αναπαράγουν τον εγκλεισμό ή τον αποκλεισμό ομάδων από τον παραδοσιακό δημόσιο χώρο της πόλης. Επιλογές όπως, απουσία χώρων υγιεινής και πόσιμου νερού, καταιονηστήρες στα πάρκα ρυθμισμένοι να λειτουργούν σε άτακτα χρονικά διαστήματα για να αποτρέπουν τους άστεγους από να κοιμούνται στον χώρο, παγκάκια σχεδιασμένα με τρόπο που είναι αδύνατον να ξαπλώσει κανείς, αλλά και κάδοι απορριμμάτων προφυλαγμένοι και προστατευμένοι από τον κίνδυνο να αναζητήσει κάποιος άστεγος τροφή ανάμεσα στα σκουπίδια τους.

Σ’ αυτό το κοινωνικό και χωρικό πλαίσιο το συμβάν που πυροδότησε την εξέγερση ήταν η φρικτή κακοποίηση του Rodney King από την αστυνομία, το 1991, επειδή δεν σταμάτησε στο σήμα ενός περιπολικού για έλεγχο οδήγησης. Ένα χρόνο μετά, το δικαστήριο των λευκών μεσοαστών αθωώνει όλους τους κατηγορούμενους για όλες τις κατηγορίες και τότε το Λος Άντζελες αρχίζει να καίγεται κυριολεκτικά. Βίαιες διαδηλώσεις, λεηλασίες καταστημάτων, καταστροφές πλούσιων συνοικιών, επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα και εμπρησμοί , χιλιάδες εμπρησμοί.

Ο Μπους, αναγκάζεται να ζητήσει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να αναθέσει σε ομοσπονδιακό δικαστήριο την έκδοση της απόφασης σχετικά με την επανάληψη της δίκης και να κηρύξει στρατιωτικό νόμο. Στέλνει στην πόλη 750 ομοσπονδιακούς αστυφύλακες για να ενωθούν με την αστυνομική δύναμη της πόλης, 2800 Εθνοφρουρούς, ενώ 4000 στρατιώτες βρίσκονται σε ετοιμότητα για πρώτη φορά στην πόλη από τη δεκαετία του ’60. Μέσα σε τρεις νύχτες στο Los Angeles μόνο, σκοτώνονται περίπου 60 άτομα, τραυματίζονται 2.300 και γίνονται περίπου 13.200 συλλήψεις.

Η εξέγερση επιχειρήθηκε ν’ αποδοθεί στους μαύρους κατοίκους της πόλης αλλά, όπως γράφει και ο Davis, «παρά την εμμονή των ταμπλόιντ στη βία των μαύρων μονάχα το 36% των συλληφθέντων ταραξιών ήταν Αφροαμερικανοί, ενώ το 52% είχε ισπανικά επώνυμα και 10% ήταν λευκοί. Εξάλλου, η μεγαλύτερη πυκνότητα “περιστατικών” που σχετίζονταν με τις ταραχές εκδηλώθηκε νότια του αυτοκινητοδρόμου της Santa Monica, σε περιοχές όπου κυριαρχούν Λατίνοι και Ασιάτες».

Οι εξεγέρσεις στο Downtown δεν ήταν φυλετική υπόθεση. Ο ξυλοδαρμός του Rodney King και η αθώωση των αστυνομικών ήταν μόνο η αφορμή για να βγουν στο δρόμο εκατοντάδες μετανάστες, που ζούσαν τη φρίκη της αυξανόμενης ανεργίας και των ανύπαρκτων οικονομικών ευκαιριών, σε μία πόλη όπου το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχιας αυξανόταν κατά μία εκατοστιαία μονάδα το χρόνο.

Αυτή η ακραία ανθρώπινη απόγνωση που οδηγεί στα πιο ακραία βίαια ξεσπάσματα δεν συνδιαλέγεται σε κανένα επίπεδο με την πόλη. Δεν ζήτα να την ανακτήσει, να την αλλάξει, δεν τη διεκδικεί όπως έγινε σε τόσα άλλα λαϊκά κινήματα ή επαναστάσεις που γνωρίζουμε στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Το «δεν υπάρχει δικαιοσύνη άρα δεν υπάρχει ειρήνη» ταυτίζεται με το «η πόλη των πλουσίων πρέπει να καταστραφεί» Γιατί η πόλη του Λος Άντζελες, τόσο διαιρεμένη ταξικά, τόσο πολλαπλά κατακερματισμένη και διαιρεμένη, τόσο ξένη και εχθρική απέναντι στους φτωχούς, είναι ένα απόλυτα ξένο περιβάλλον για τους εξεγερμένους.

Στο Λος Άντζελες οι ακραίες ταξικές πολώσεις είχαν αποδώσει ακραίες χωρικές πολώσεις και η εξέγερση αντιπαρατέθηκε ταυτόχρονα στο κοινωνικό και το αστικό σύστημα. Ονομάζω την εξέγερση αυτή μια εξέγερση από ένα μέλλον που δεν μοιάζει σήμερα απίθανη ακόμα και στις πιο ανοιχτές πόλεις, κυρίως τις μητροπόλεις ή μεγαλοπόλεις του κόσμου. Εξέγερση από το μέλλον σημαίνει ακραίες κοινωνικές πολώσεις, ακραίες χωρικές πολώσεις, πλήρης αποξένωση από τον χώρο της πόλης.