Θυμάμαι τον Δήμο Τσακνιά…
ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΔΗΜΟ ΤΣΑΚΝΙΑ…
Στίχοι του Νίκου Καρούζου από το ποίημα «Είσοδος»
Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας.
Κι έτσι Δήμο, δίχως γλώσσα, δεν μπορείς πια να μας μιλήσεις ούτε ν’ ακούσεις όσα θα πούμε για σένα. Η μνήμη και η διαχείρισή της είναι έργο των ζωντανών. Η ανάμνησή σου παραμένει ζώσα όσο φωλιάζει στις σκέψεις και τις πράξεις των δικών σου πολυαγαπημένων προσώπων, των φίλων και των συντρόφων σου.
Σε φέρνω στη θύμησή μου μέσα στο πλήθος του απροσδιόριστου εκείνου «εμείς» που διασχίζει τον χρόνο αντιρροπώντας τη βαρύτητα. Μέλη της χορείας των αδιαβάθμητων και των ευδιάκριτων συντρόφων, καταχωρούμαστε, αν και μεταξύ μας διαφορετικοί, αν και σήμερα αλλαγμένοι, στην ίδια κοίτη της νιότης μας. Με τα όνειρα της νιότης μας σε ανακαλούμε γιατί σ’ αυτά μέσα βρίσκεται το βαθύτερο νόημα – αυτό που αξίζει να μνημονεύουμε – της ζωής μας, μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη (Γ.Σ.)
Συναντηθήκαμε σε υποθέσεις χαμηλού βεληνεκούς, πέραν της μεγάλης αριστεράς: στην κοινή εκλογική κάθοδο με την Αριστερή Πρωτοβουλία και στον πρώτο ΣΥΡΙΖΑ, που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να βρει την ψυχή του στους αντιμνημονιακούς αγώνες, για να την ξαναχάσει σύντομα. Μιλούσες χωρίς ψευδαισθήσεις αλλά με ακατάβλητη προσήλωση στη δημιουργία της αριστεράς που θα μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Γνώρισες από μέσα τον σκληρό εξουσιαστικό της πυρήνα, αντίθετα με μένα που κρατούσα μεγάλες αποστάσεις ασφαλείας για να μπορώ να μετέχω σε υποθέσεις και αγώνες σύμφωνα με το δικό μου νόημα των πραγμάτων. Τώρα το ξέρω καλά. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξουμε τον κόσμο αν δεν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι.
Χαθήκαμε στην πολυπραγμοσύνη των ημερών της αριστεράς που ετοιμαζόταν να κυβερνήσει. Διασταυρωνόμουν με τη Νάντια και κρατούσα έτσι επαφή μαζί σου. Ο θάνατος ήρθε απρόσκλητος.
Δήμο, έχω να σου πω ότι σήμερα βαδίζουμε πάλι απ’ την αρχή, πιασμένοι από τις λέξεις/οράματα της πρώτης ζωής μας, ενώ γύρω μας μαίνεται η θύελλα από το μέλλον.
Θα σε θυμάμαι με τον τρόπο του Γιώργου Σεφέρη
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας,
τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που
θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα,
τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι
κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη.
Ελένη Πορτάλιου, 2/11/2015